Τα Ελληνικά Γράμματα (1927-1930) ήταν αθηναϊκό, δεκαπενθήμερο περιοδικό (24 x 17 εκ.), και από το τεύχος 46 εβδομαδιαίο, "Τέχνης, Μελέτης και Ελέγχου" (28 x 21 εκ.), με διευθυντή τον Κωστή Μπαστιά, (1901-1972). Κυκλοφορούσε από τις 15 Ιουνίου 1927 έως τις 15 Φεβρουαρίου 1930. Η πτώση της δικτατορίας του Πάγκαλου στις 24 Αυγούστου 1926 άνοιξε το δρόμο στην έκδοση νέων πολιτικών, εκπαιδευτικών και πολιτιστικών περιοδικών, που μπορούσαν πλέον να εκφραστούν πιο ελεύθερα. Το πρώτο περιοδικό που θα εκδοθεί το Σεπτέμβριο 1926 ήταν η Αναγέννηση του εκπαιδευτικού, δημοτικιστή, σοσιαλιστή και αργότερα μαρξιστή Δημήτρη Γληνού. Ο Γληνός, μαζί με τον εκπαιδευτικό Αλέξανδρο Δελμούζο και τον γλωσσολόγο Μανώλη Τριανταφυλλίδη ήταν, πιθανόν, οι σημαντικότεροι στυλοβάτες του Εκπαιδευτικού Ομίλου. Στις αρχές του 1927, εκδόθηκαν δύο νέα μαρξιστικά περιοδικά, το παιδαγωγικό δελτίο Η Νέα Αγωγή του Χαρ. Χρονόπουλου και η Λογοτεχνική Επιθεώρηση του Αντρέα Ζεβγά , ψευδώνυμο του Αιμίλιου Χουρμούζιου και τον Μάρτιο η μακροβιότατη Νέα Εστία του Γρηγορίου Ξενόπουλου. Τον ίδιο μήνα, ο Εκπαιδευτικός Όμιλος, που από το 1910 αγωνιζόταν για τη χρήση της δημοτικής στην εκπαίδευση, διασπάσθηκε με την αποχώρηση του Δελμούζου και της ομάδας του (Π. Παϊδούσης, Τέλλος Άγρας, Κ. Θ. Δημαράς κ.ά), λόγω των σοσιαλιστικών πολιτικών τάσεων που είχε δώσει στο σωματείο ο Γληνός. Ο Μπαστιάς προσφέρθηκε να "στεγάσει" την ομάδα Δελμούζου σε δικό του περιοδικό και προσέγγισε και τον σκηνοθέτη, συγγραφέα και κριτικό Φώτο Πολίτη, ως και τον εξάδελφό του Γιάννη Αποστολάκη, καθηγητή του πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Έτσι, γεννήθηκαν τα Ελληνικά Γράμματα, που κυκλοφόρησαν στις 15 Ιουνίου 1927, ως δεκαπενθήμερο περιοδικό. Πέρα από την ηγετική ομάδα του "κύκλου των Ελληνικών Γραμμάτων", συνεργάστηκε ένας σημαντικός αριθμός προσώπων των γραμμάτων και των τεχνών που εκπροσωπούσαν όλο το πολιτικό φάσμα. Ούτε πρέπει να μας κάνει εντύπωση πώς πολλοί εξελίχθηκαν στην δεκαετία του '30 ή στην Κατοχή σε στελέχη της αριστεράς ή του ΚΚΕ. Μεταξύ των συνεργατών συμπεριλαμβάνονται οι Τέλλος Άγρας, Νίκος Αθανασιάδης, Τάσος Αθανασιάδης, Κωνσταντίνος Άμαντος, Ηρακλής Αποστολίδης, Μάριος Βάρβογλης, Σπύρος Βασιλείου, Αιμίλιος Βεάκης, Ηλίας Βενέζης, Γιάννης Βλαχογιάννης, Ηλίας Βουτιερίδης, Δημήτρης Γαλάνης, Απόστολος Δοξιάδης, Στρατής Δούκας, Νίκος Εγγονόπουλος, Γιωσέφ Ελιγιά, Δ. Α. Ζακυθηνός, Ηλίας Ηλιού, Αύρα Θεοδωροπούλου, Κωνσταντίνος Καβάφης, Κ. Καρθαίος, Πέλος Κατσέλης, Κλεόβουλος Κλώνης, Διονύσιος Κόκκινος, Φώτης Κόντογλου, Γιώργος Κοτζιούλας, Σωκράτης Κουγέας, Λέων Κουκούλας, Εμμανουήλ Κριαράς, Δ. Λουκόπουλος, Σπύρος Μελάς, Τάκης Μπαρλάς, Ρίτα Μπούμη, Παύλος Νιρβάνας, Κώστας Ουράνης, Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος, Θεοφύλακτος Παπακωνσταντίνου, Τάκης Παπατσώνης, Δημήτρης Πικιώνης, Γιώργος Ν. Πολίτης, Λίνος Πολίτης, Αντώνης Πρωτοπάτσης, Δημήτρης Ροντήρης, Κ.Α. Ρωμαίος, Βασίλης Ρώτας, Βάλιας Σεμερτζίδης, Γιάννης Σκαρίμπας, Σωτήρης Σκίπης, Γεράσιμος Σπαταλάς, Πάνος Δ. Ταγκόπουλος, Αθηνά Ταρσούλη, Βασίλης Τατάκης, Αντώνης Τραυλαντώνης, Κωνσταντίνος Φαλτάιτς, Μένος Φιλήντας, Αγγελική Χατζημιχάλη, Πέτρος Χάρης κ.ά. Φυσικά, στην ύλη του περιοδικού κυριαρχούσε η παρουσία του Μπαστιά με μαχητικά σχόλια, διηγήματα, μία νουβέλα, μελέτες και κριτικές λογοτεχνίας, θεάτρου και τέχνης. Ο Μπαστιάς εξηγούσε στους συνεργάτες του περιοδικού, ότι σκοπός του ήταν η δημιουργία ενός μαχητικού περιοδικού της δημοτικής, που θα έθετε τον ιδεαλισμό, τον εθνισμό -και όχι τον εθνικιστικό σωβινισμό-, την εθνική κληρονομιά και το χριστιανισμό ως αντίβαρο στο μαρξισμό. Ο Αλέξανδρος Δελμούζος είχε αποκηρυχθεί από τους μαρξιστές για την προσέγγιση του στον "εθνισμό" και από τον Γιάννη Κορδάτο για τον καντιανισμό του δηλαδή τον επηρεασμό του από τον Ιμμάνουελ Καντ και τον γερμανικό ιδεαλισμό. Οι Φώτος Πολίτης και Γιάννης Αποστολάκης, γερμανοσπουδαγμένοι και οι δύο όπως και ο Δελμούζος, ήταν και αυτοί επηρεασμένοι από τη γερμανική ιδεαλιστική φιλοσοφία. Ο καθηγητής Κ.Θ. Δημαράς, τότε συνεργάτης του Αποστολάκη, και κατ' επέκτασιν των Ελληνικών Γραμμάτων, που μετά τον πόλεμο μετακινείται στο χώρο του ευρωπαϊκού διαφωτισμού, έχει πει σε συνέντευξη το 1988: Το κλίμα την εποχή εκείνη ήταν αντιπαλαμικό και εγώ ήμουν και πολύ αντιαριστερός. Πολύ εναντίον του Κορδάτου. Πορευόμουν στην τροχιά του Αποστολάκη. Από εκείνον πρωτάκουσα ότι ο Μπαστιάς θα έβγαζε ένα περιοδικό. Ο Δελμούζος ήταν κοντά στον Μπαστιά. Ο Αποστολάκης, ο Φώτος Πολίτης και εγώ, νεώτερος, συμπορευόμαστε. [...] Ιδεολογικά το περιοδικό που ήμουνα ιδιαίτερα συνδεδεμένος ήταν τα Ελληνικά Γράμματα. Όταν κοιτάξεις για περιοδικά ιδεών δε βρίσκεις άλλο. Η Νέα Εστία ήταν μία καλή επιχείρηση χωρίς ιδεολογική τοποθέτηση. Τα Ελληνικά Γράμματα είχαν μία ελληνοκεντρική τοποθέτηση βασισμένη στις ιδέες του Δελμούζου, του Αποστολάκη και του Φώτου Πολίτη. Τα άλλα περιοδικά ιδεών της εποχής ήταν εκείνα που είχαν ένα κόμμα πίσω τους. Τα Ελληνικά Γράμματα έδιναν μεγάλη προσοχή στην κριτική βιβλίου, θεάτρου και των τεχνών. Ένας από τους βασικούς κριτικούς βιβλίου, που συνεργάστηκε από το 4ον τεύχος (1.8.1927) έως σχεδόν το τέλος της έκδοσης, ήταν ο απόστρατος συνταγματάρχης, με έφεση στην λογοτεχνία και το θέατρο, Βασίλης Ρώτας, που πορευόταν στον ιδεαλισμό και τον αντικομμουνισμό του Γιάννη Αποστολάκη. Την ίδια εποχή, ο κορυφαίος ποιητής του νεορομαντισμού Κώστας Καρυωτάκης δημοσίευσε τον Δεκέμβριο του 1927 την τρίτη ποιητική συλλογή του, Ελεγεία και σάτιρες. Ο Ρώτας έσπευσε να δημοσιεύσει στη στήλη του την ειρωνική και άκρως αρνητική κριτική του , που αποτέλεσε την κυριότερη καταδίκη της Καρυωτακικής ποίησης, πριν την αυτοκτονία του ποιητή τον Ιούλιο του 1928. Στην ευγενική απάντησή του στο περιοδικό, ο Καρυωτάκης αμφισβητεί αν όσα έγραψε ο Ρώτας αποτελούν κριτική ή, με αφορμή το βιβλίο του,: [...]εζήτησε απλώς να κάνει γνωστές τις ιδιαίτερες προτιμήσεις του, τα ποιητικά μοτίβα που τον ενδιαφέρουν περσότερο. Και είπε πάνω κάτω ότι η μελαγχολία δεν είνε καθόλου καλό πράγμα, ότι πρέπει να κοιτάξουμε λίγο και τον κοσμάκη, που υποφέρει όσο κ' εμείς, και να μη βυθιζόμεθα στον εαυτό μας, αν θέλουμε να δημιουργήσουμε κάτι άξιο μέσα στη ζωή. [...] Αλλά θα είχα κι' άλλες ερωτήσεις για τον κ. Ρώτα. Λ.χ. αν πιστεύει σοβαρώς ότι η δική του αισιοδοξία συμβιβάζεται με τη σημερινή πραγματικότητα περσότερο από το δικό μου πεσσιμισμό. Η καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Χριστίνα Ντουνιά, στο έργο της, Κ.Γ. Καρυωτάκης. Η αντοχή μιας αδέσποτης τέχνης (Κρατικό Βραβείο κριτικής-δοκιμίου, 2001), αφιερώνει το μακροσκελέστατο κεφάλαιο ΙΙ (σελ. 36-83) στη διαμάχη "Τα «Ελληνικά Γράμματα» και η Καρυωτακική πρόκληση" και σχολιάζει το θέμα στον Πρόλογο (σελ. 16) γράφοντας, για την "έντονη ιδεολογική διάσταση που χαρακτηρίζει την κριτική αποτίμηση του Καρυωτάκη", ότι: Σε μια πρώτη φάση το φαινόμενο αυτό εντοπίζεται στη διάρκεια του 1928 [...]. Κεντρικά σημεία του είναι η καταδίκη της καρυωτακικής ποίησης από το ελληνοχριστιανικό περιοδικό «Ελληνικά Γράμματα», αλλά και η μερική υποστήριξή της από την κομμουνιστική «Νέα Επιθεώρηση» Τα Χριστούγεννα του 1928, τα Ελληνικά Γράμματα προκηρύτουν διαγωνισμό διηγήματος, με πρόεδρο της κριτικής επιτροπής τον διευθυντή τους Κωστή Μπαστιά, μέλη τον λογοτέχνη και θεατρικό κριτικό Λέωντα Κουκούλα και τον ποιητή και παλαιό γνώριμο από τη "συνομοσπονδία" του Νουμά Κ. Καρθαίο (Κλέανδρος Λάκων) και εισηγητή τον λογοτέχνη και αγιογράφο Φώτη Κόντογλου. Χρηματικά έπαθλα θα δίδονταν για το πρώτο και δεύτερο βραβείο και έπαινοι για όσους θα διακρίνονταν. Πολύ μετά το διαγωνισμό, ο Γιάννης Σκαρίμπας διηγήθηκε στον Μπαστιά πως έφτασε να συμμετάσχει: Ποτές όμως δεν είχα τολμήσει να γράψω. [...] Αλλά βγήκανε τα «Ελληνικά Γράμματα». [...] Κάθε Σαββατοκύριακο λοιπόν ερωτοβάσανο. Όλο διάβαζα κι' όλο η καρδούλα μου χτυπούσε: να το πω, να μην το πω; Ώσπου ήρθε ο διαγωνισμός. [...] Λίγωσα και είπα: θα γράψω! Έτσι, ο Σκαρίμπας, ένας άγνωστος τελώνης στο τελωνείο της Χαλκίδας, υπέβαλλε το διήγημα, Ο καπτάν Σουρμελής ο Στουραΐτης, κερδίζοντας το πρώτο βραβείο και αφήνοντας έκπληκτο το αθηναΐκό κοινό και τον πνευματικό κόσμο. Στην εισηγητική του έκθεση ο Κόντογλου έγραψε: Έως τώρα, αρκετοί συγγραφείς μας πήρανε ως βάση την ηθογραφία και δώσανε διαφορετικά την όψη της φυλετικής μας ζωής, άλλο έδωσε ο Παπαδιαμάντης, άλλο ο Κρυστάλλης, άλλο ο Καρκαβίτσας, άλλο ο Βλαχογιάννης. Ο κ. Σκαρίμπας δεν μιμήθηκε κανένα από αυτά τα πρόσωπα, έδωσε δικό του χρώμα στο διήγημά του, έκαμε ένα είδος «α λα Σκαρίμπα». Αυτό δεν είναι υπερβολή, και πιστεύουμε βαθειά πως θα τραβήξη το δρόμο του, θα απλοποιηθή, θα πλατύνη, και θα γίνη συγγραφεύς άξιος γι' αυτό το όνομα. Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%95%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AC_%CE%93%CF%81%CE%AC%CE%BC%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1_(%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BF%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CF%8C)

Πρόσφατες υποβολές