Ο Γεράσιμος Σπαταλάς(Σιναράδες Κέρκυρας 19 Απριλίου 1877 - Αθήνα 29 Αυγούστου 1971) ήταν σημαντικός Έλληνας συγγραφέας και διανοούμενος. Γεννήθηκε στις Σιναράδες της Κέρκυρας το 1877. Το 1910 μετοικεί στην Αθήνα και εγγράφεται στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου, όπου σπουδάζει φιλολογία. Ήδη από το 1911 εμφανίζεται στα ελληνικά γράμματα με την ποιητική συλλογή του Ωδές. Από το 1915 αρχίζει τη συνεργασία του με περιοδικά της Αθήνας, όπου και δημοσίευε μεταφράσεις του, δοκίμια, διηγήματα, μελέτες, ποιήματα και κριτικές. Το 1919 ίδρυσε το δικό του περιοδικό Μαύρος Γάτος (το οποίο εκδιδόταν επί διετία, μέχρι το 1921) και ήταν πολύ σημαντικό για την εξέλιξη της Νεοελληνικής Γραμματείας. Τα γραφεία του περιοδικού στεγάζονταν στον άνω όροφο του οικήματος όπου και το ομώνυμο λογοτεχνικό καφενείο στη γωνία των οδών Ασκληπιού και Ακαδημίας, ιδιοκτησίας των αδελφών Σπαταλά. Το καφενείο υπήρξε σημαντικό "στέκι" λογοτεχνών, καθώς εκεί σύχναζαν οι Πορφύρας, Παράσχος, Δ. Ταγκόπουλος, Τέλλος Άγρας, Ρώμος Φιλλύρας και κατά αραιά χρονικά διαστήματα οι Παλαμάς, Λαπαθιώτης, Καρυωτάκης, Κ. Θεοτόκης. Για κάποιο χρονικό διάστημα το καφενείο στέγασε μια πολιτική συντροφιά, το "Σοσιαλιστικό τμήμα Αθηνών". Ύστερα από διανομή προκηρύξεων και συλλήψεων που επακολούθησαν, στην εφημερίδα "Σκριπ" με ημερομηνία 07-050-1917 δημοσιεύτηκε η εξής είδηση: "Οι συλληφθέντες κατέθεσαν ότι η εκτύπωση και η διανομή των κατασχεθέντων προκηρύξεων εγένετο κατόπιν επανειλημμένων συσκέψεων των ανωτέρω και άλλων σοσιαλιστικών συνδικαλιστών εις το επί της οδού Ακαδημίας και Ασκληπιού καφενείον των αδελφών Σπατάλα " Ο μαύρος Γάτος", το οποίον ήτο κέντρον σοσιαλιστών δημοκρατικών αναρχικών λογίων, απαγγελλόντων εκεί μακροσκελή και τρομερά έργα των, πεζά και έμμετρα". Το ίδιο καφενείο στέγασε, επίσης, το 1920, ένα καλλιτεχνικό σωματείο, την "Καλλιτεχνική Συντροφιά", το οποίο είχε ως στόχο την προβολή και προάσπιση των πνευματικών δικαιωμάτων των δημιουργών: Για πρώτη φορά στην Ελλάδα θεωρείται ότι ένα λογοτεχνικό έργο είναι προϊόν εργασίας και πρέπει να αμείβεται. Το Σωματείο συντάσσει και μια προκήρυξη που προβάλλει την ανάγκη προάσπισης του συγγραφικού έργου και της κατοχύρωσης της πνευματικής δημιουργίας. Στο Σωματείο ήταν μέλη, ανάμεσα σε άλλους, ο Τέλλος Άγρας, ο Ναπολέων Λαπαθιώτης, ο Ιωάννης Παναγιωτόπουλος, ο Φώτος Γιοφύλλης, αλλά και καλλιτέχνες από άλλους χώρους, όπως ο Αντίοχος Ευαγγελάτος και ο Φωκίων Ρωκ. Παράλληλα, το Σωματείο προγραμματίζει εκδηλώσεις για τον Κ. Π. Καφάβη, Σαρλ Μπωντλαίρ, Αλ. Παπαδιαμάντη (μόνο η τελευταία πραγματοποιήθηκε τελικά) αλλά προβαίνει και σε εκδόσεις, όπως η πολύ σημαντική για την εποχή "Ανθολογία των νέων Ελλήνων ποιητών". Το 1921, όμως, λόγω επιστράτευσης και διαφόρων πολιτικών εξελίξεων, ο "Μαύρος Γάτος" τίθεται κάτω από αστυνομικό έλεγχο και, τελικά, κλείνει. Ως Επτανήσιος, ο Σπαταλάς ασκεί κριτική επηρεασμένος από την παράδοση της Επτανησιακής Σχολής, ενώ στο έργο του υπήρξε πιστός στο σολωμικό παράδειγμα και στην επτανησιακή παράδοση και συνέβαλε σημαντικά στη μελέτη του έργου του Διονυσίου Σολωμού, παίρνοντας μέρος στη σχετική διαμάχη μεταξύ Κώστα Βάρναλη και τον Γιάννη Αποστολάκη, δημοσιεύοντας σχετικά μελετήματα, όπως το "Ο Σολωμός χωρίς μεταφυσική και οι φυσικές υπερβολές της πολεμικής κριτικής". Σημαντική υπήρξε, επίσης, η έρευνά του σχετικά με τη Νεοελληνική Μετρική, με εικοσιτέσσερα μελετήματα που εκδόθηκαν πρόσφατα κάτω από τον τίτλο "Η στιχουργική τέχνη". Ο Σπαταλάς υπήρξε πολυγραφότατος, καθώς το σύνολο των μελετημάτων του ξεπερνά τα 300. Μετέφρασε, επίσης, Δάντη, Αριόστο, Βοκκάκιο, Γκαμπριέλε Ντ’ Aννούντσιο, Γκολντόνι καθώς και Όμηρο, Σοφοκλή και Ευριπίδη, Διονύσιο Αλικαρνασσέα, ενώ έγραψε και την μονόπρακτη θεατρική σάτιρα "Η κληρονομιά της τσάτσας" (1930), το οποίο τιμήθηκε με Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών. Στις 16.12.1950 γιορτάστηκαν στην αίθουσα της «Αρχαιολογικής Εταιρείας Αθηνών» τα φιλολογικά σαραντάχρονα του ποιητή. Παρά το πλουσιότατο έργο του, ο Σπαταλάς πέθανε παραγνωρισμένος και, όπως αναφέρει ο Πέτρος Χάρης, "σε απερίγραπτη ένδεια", καθώς το καθεστώς της Χούντας των Συνταγματαρχών απαλλοτρίωσε το κτήμα του, στο οποίο καλλιεργούσε φιστικόδενδρα μαζί με τη σύζυγό του Ελπίδα (Έλδα) Λαμπίση, απαλλοτριώθηκε για να αποδοθεί στην παρακείμενη Σχολή Πυροβολικού. Παρά τις προσπάθειες που κατέβαλε για να γλιτώσει το κτήμα του (για το οποίο, μάλιστα, δεν αποζημιώθηκε) ο Σπαταλάς δεν το κατόρθωσε και πέθανε "με αυτό το μαράζι" την Κυριακή 29 Αυγούστου του 1971, λίγους μήνες πριν τη σύζυγό του και χωρίς να το πάρει κανείς είδηση. Χαρακτηριστικός ο τίτλος άρθρου του Κ. Δαφνή στην εφημερίδα "Τα Νέα": «Κανείς δεν πήρε είδηση το θάνατο του Σπαταλά». Το αρχείο του λογοτέχνη υπάρχει στο Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο (Ε.Λ.Ι.Α.) το οποίο και ιδρύθηκε το 1980 και από το 2009 αποτελεί τμήμα του Μορφωτικού Ιδρύματος της Εθνινκής Ταπέζης[Μ.Ι.Ε.Τ.]ς. Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%93%CE%B5%CF%81%CE%AC%CF%83%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%82_%CE%A3%CF%80%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%AC%CF%82

Πρόσφατες υποβολές